Ήταν ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου του 1911, όταν στο ομορφονήσι της Σκιάθου, την πατρίδα που τον γέννησε,
έσπευδε να αναπαυθεί από τον μόχθο της ζωής ο ανεπανάληπτος και αξεπέραστος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο αγαπημένος διδάσκαλος της τέχνης του λόγου, που κατάφερε να μετατρέψει την πένα του σε χρωστήρα, με τον οποίο ζωγράφισε ήθη, έθιμα και παραδόσεις αυτού του τόπου. Πέθανε ήσυχα στο φτωχικό σπίτι που πρωτόδε το φως του ήλιου το 1851, φτωχός και σχεδόν ξεχασμένος, αυτός για τον οποίο έμελλε αργότερα ο Κωνσταντίνος Καβάφης να πει πως αποτελεί «την κορυφή των κορυφών». Όσο ζούσε, λίγοι κατάφεραν να τον σπουδάσουν. Αφότου πέθανε —αυτή είναι η μοίρα των αληθινά μεγάλων— κατέκτησε τη θέση του μεγαλύτερου των λογοτεχνών της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Τα έργα του, αποσωσμένα από την καταστροφική άγνοια της αξίας τους —αφού κάποια εξ αυτών χρησιμοποιήθηκαν ως προσάναμμα από τις αδελφές του στο παγωμένο φτωχικό τους— έγιναν γνωστά στην οικουμένη, μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και ενέπνευσαν γενιές νεότερων, χωρίς ποτέ να συγκριθούν μαζί του.
Ο Παπαδιαμάντης υπήρξε γνήσιος εκφραστής μιας παράδοσης που χάθηκε στον χρόνο και από την οποία απομένει η νοσταλγική θύμηση στα έργα του. Θρησκεύει αληθινά, όχι ως ηθικολόγος, αλλά ως άνθρωπος της Εκκλησίας, χωρίς όμως να εμποδίζεται στο να αποδομεί ό,τι αλλοιώνει την παράδοση αυτή, την οποία γνώρισε από τη νηπιακή του ηλικία, σε ένα νησί που η φιλοκαλική ευωδία που ανέδιδε το καθιστούσε αγιασμένο και ξεχωριστό.
Ξεχωρίζει, πάνω απ’ όλα, για την αγάπη του προς τον άνθρωπο, μια αγάπη που απορρέει από την αληθινή και βιωμένη αγάπη του προς τον Θεό. Οι ήρωές του δεν είναι ιδεατοί· είναι άνθρωποι με πάθη, αδυναμίες, πτώσεις και πληγές, τις οποίες ο Παπαδιαμάντης δεν εξωραΐζει ούτε δικαιολογεί. Τους προσεγγίζει με συμπόνια, βλέποντας σε αυτούς όχι το σφάλμα, αλλά το πρόσωπο, την εικόνα του Θεού που υποφέρει.
Στα διηγήματά του συναντά κανείς ανθρώπους ταπεινούς, σημαδεμένους από τη φτώχεια, την κοινωνική αδικία και την εγκατάλειψη, όχι όμως αποκομμένους από την ελπίδα. Στο «Όνειρο στο κύμα», η αθωότητα της νεότητας και ο ανεκπλήρωτος έρωτας φωτίζονται από το αιγαιοπελαγίτικο φως, αφήνοντας μια μνήμη πονεμένη αλλά καθαρτική. Στη «Φόνισσα», χωρίς να δικαιώνει το έγκλημα, ο συγγραφέας στέκεται με οίκτο μπροστά στη Φραγκογιαννού, φωτίζοντας τις κοινωνικές και υπαρξιακές συνθήκες που συνέθλιψαν την ανθρώπινη ψυχή, την οποία στο τέλος αφήνει να σταθεί μετέωρη ανάμεσα στη Θεία και την ανθρώπινη δικαιοσύνη…
Χαρακτηριστική είναι η μορφή του γέρο-Φραγκούλα στο διήγημα «Ο ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου», ο οποίος θρηνεί την άτυχη Κούμπο, που φεύγει από τη ζωή με το παράπονο του χωρισμού των γονιών της. Μέσα στον πόνο του βρίσκει παρηγοριά στον ταπεινό ναΐσκο της Παναγίας της Πρέκλας, όπου, ψάλλοντας με δάκρυα τον παρακλητικό Της Κανόνα, εναποθέτει όσα έζησε και όσα έχασε. Εκεί, ο ανθρώπινος καημός συναντά τη μητρική στοργή της Θεοτόκου.
Η ίδια φιλάνθρωπη ματιά διατρέχει το «Στο Χριστό στο Κάστρο», όπου οι φτωχοί χωρικοί, μέσα στο κρύο και τον φόβο, ανηφορίζουν για να λειτουργηθούν τα Χριστούγεννα, αποκαλύπτοντας τη βαθιά ανάγκη του ανθρώπου για παρηγοριά και Θεία κοινωνία. Στα «Χριστούγεννα του τεμπέλη», ο περιθωριοποιημένος ήρωας δεν απορρίπτεται, αλλά περιβάλλεται από κατανόηση και λεπτή στοργή, ενώ σε πλήθος άλλων διηγημάτων ο Παπαδιαμάντης στέκεται με σεβασμό απέναντι στη μοναξιά, την αποτυχία και τον ανεκπλήρωτο πόθο.
Η γλώσσα του, ιδιότυπο κράμα καθαρεύουσας και δημοτικής, λειτουργεί ως μυσταγωγία. Μέσα από αυτήν αντηχούν οι ήχοι των κυμάτων, οι καμπάνες και τα τροπάρια, κάνοντας τον λόγο του να μοιάζει περισσότερο με προσευχή παρά με αφήγηση.
Τα τελευταία του χρόνια τα πέρασε όπως έζησε: λιτά, σιωπηλά, σχεδόν αθέατα. Επιστρέφοντας οριστικά στη Σκιάθο, εξαντλημένος από τη φτώχεια και την ασθένεια, εγκαταστάθηκε στο πατρικό του σπίτι, με το σώμα καταπονημένο, αλλά το πνεύμα ειρηνευμένο.
Ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου 1911, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης παρέδωσε ήσυχα την ψυχή του, έχοντας κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων, χωρίς θόρυβο, χωρίς ανθρώπινη δόξα, όπως ακριβώς έζησε. Έφυγε σιγοψάλλοντας το Δοξαστικό της Θ΄ Ώρας των Μεγάλων Ωρών των Θεοφανείων: «Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου…».
Έφυγε φτωχός στα υλικά, αλλά πλούσιος σε λόγο και αλήθεια, αφήνοντας πίσω του όχι μόνο κείμενα, αλλά έναν τρόπο να βλέπει κανείς τον άνθρωπο με συμπόνια και τον κόσμο με ταπεινή αγάπη. Ο θάνατός του δεν υπήρξε τέλος, αλλά σιωπηλή αρχή μιας αθανασίας που ο ίδιος ποτέ δεν επεδίωξε…
π. Θωμάς Ανδρέου


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου