Copyright : Αρχιμ. Θωμάς Ανδρέου 29-12-2013. Από το Blogger.
RSS

Μια στιγμή αρκεί!

Ο Δεκαπενταύγουστος πλησίαζε και όλοι, μικροί και μεγάλοι, ετοιμάζονταν για να γιορτάσουν τη μεγάλη ημέρα της Παναγίας.


Γιορτάζει η μεγάλη Κυρά, που με την Κοίμησή Της επιβεβαιώνει καθημερινά πως δεν εγκατέλειψε τον κόσμο μέσα στους αιώνες.

Και αυτή τη θύμηση τη γιορτάζουμε, κάνοντας τη θανή Της πανήγυρη μεγαλοπρεπή και αγαπημένη! Γιορτάζουν οι Εκκλησίες, τα μοναστήρια, τα ξωκλήσια, οι άνθρωποι· τα πάντα γιορτάζουν τη Χάρη Της!

Αυτές τις ημέρες, όμως, σε μια μητρική ψυχή, η θλίψη είχε σκοτίσει τη χαρά της επικείμενης γιορτής.

Μια μάνα θλιβόταν για τον ξεπεσμό του παιδιού της.

Θυμόταν τους κόπους και τα βάσανα για να τον μεγαλώσει, να τον σπουδάσει και να τον παντρέψει. Και εκείνος, τέτοιες ημέρες ήταν, που την ξεγέλασε, λέγοντάς της πως θα την πάρει να την πάει στο χωριό της.

Και η δόλια ετοιμάστηκε.

Βρέθηκε, όμως, αντί για το χωριό, σε ένα γηροκομείο.

«Για το καλό σου», όπως την καθησύχαζε ο γιος της…

Δεν την πόνεσε τόσο που την παράτησε εκεί, μακριά από το σπίτι που η ίδια τού είχε γράψει, μακριά από τα εγγονάκια της που έψαχναν τη γιαγιά μέσα στο σπίτι.

Περισσότερο απ’ όλα, την πονούσε ο ξεπεσμός του παιδιού της.

Τον θυμόταν μικρό να βοηθάει τον παπά στις Λειτουργίες και τον καμάρωνε. Μέχρι που μεγάλωσε και έμαθε να βλαστημά την Παναγία…

Μαχαίρι στην καρδιά της ψυχής της ήταν η κουβέντα του κάθε φορά που την άκουγε, η καλοκάγαθη γραία.

Σηκώνοντας το βάρος του γερασμένου κορμιού της, με μια φωνή άγνωστη για τα δικά της δεδομένα, του έλεγε:

— Βλάστημε! Δεν έχεις φόβο μέσα σου;

Όμως ο ξεπεσμός του βλάστημου είναι μεγάλος. Τον τυφλώνει. Δεν βλέπει και, σαν να μην αισθάνεται, δεν καταλαβαίνει τι κάνει.

Ο δαίμονας της βλασφημίας τον κυριεύει και θαρρείς πως δεν ακούει τι λέει! Σαν να μην καταλαβαίνει πως βάζει το χέρι του στο ρεύμα…

Αλίμονο σε εκείνον που το τολμά!

Όμως ούτε το γερασμένο κορμί που τον μεγάλωσε ούτε η φωνή που προσπαθούσε να τον ξυπνήσει από τον λήθαργο του ξεπεσμού του ήταν ικανά να τον σταματήσουν.

Αυτός συνέχιζε ακάθεκτος να βλαστημά Εκείνη στην οποία προσευχόταν η μάνα του για τον ίδιο!

Πόσες φορές, άραγε, να ήξερε πως οι προσευχές της στην Παναγία τον είχαν σώσει…

Όμως η μάνα συνέχιζε να προσεύχεται για το παιδί της.

Γιατί αυτό είναι χρέος κάθε μάνας: να προσεύχεται για το παιδί της.

Μέσα στο δωμάτιο του γηροκομείου, η γερόντισσα μάνα, γονατιστή, προσευχόταν στην Παναγία για το παιδί της.

Δεν Της ζητούσε να τον φωτίσει και να την πάρει ξανά στην οικογένειά του, στο σπίτι της.

Όχι!

Ένα μονάχα Την παρακαλούσε:

«Παναγία μου, ας πάψει να Σε βλαστημά! Μην κριματιστεί για την αμαρτία του. Μην τον αφήσεις να χαθεί…»

Ξημερώματα Δεκαπενταύγουστου.

Ο γιος κοιμάται στην κρεβατοκάμαρα με τη γυναίκα του. Ένα όνειρο τον ξυπνά ξαφνικά.Βλέπει στον ύπνο του τη μάνα του γονατιστή μπροστά στην εικόνα της Παναγίας να προσεύχεται…

Την είχε δει αυτή τη σκηνή πολλές φορές, όταν ήταν παιδί, μέσα στο σπίτι του. Τη μάνα του να προσεύχεται για εκείνον! Σηκώθηκε από το κρεβάτι σιγά-σιγά, μην ξυπνήσει τη γυναίκα του. Βρέθηκε στο σαλόνι του σπιτιού και από εκεί άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βγήκε στο μπαλκόνι.

Κοίταξε κάτω, στον δρόμο. Ψυχή δεν περνούσε.

Σαν να τρόμαξε ξαφνικά από το ύψος του μπαλκονιού, λες και δεν γνώριζε το ίδιο του το σπίτι. Μπήκε μέσα και έκλεισε την πόρτα.

Σκεφτόταν τη σκηνή της προσευχόμενης μάνας του.

«Μα τι ήταν αυτό ξαφνικά; Να έπαθε κάτι;» σκέφτηκε.

«Θα πάρω τηλέφωνο το πρωί», είπε μέσα του και πήγε ξανά να κοιμηθεί.

Λίγες ώρες αργότερα, ξύπνησε από τις χαρμόσυνες καμπάνες της γειτονικής ενορίας.Αγριεμένος από το απότομο ξύπνημα, σηκώθηκε και άρχισε να βλαστημά…

Την Παναγία! Ανήμερα της γιορτής Της…

Ακόμη και η αδιάφορη για τα θρησκευτικά θέματα γυναίκα του ανατρίχιασε στο άκουσμα της βλασφημίας τέτοια ημέρα. Δεν τόλμησε, όμως, να κάνει αυτό που θα έκανε η μάνα του, αν ήταν εκεί. Συνέχισε να ετοιμάζει το πρωινό των παιδιών της, αδύναμη να μιλήσει στον ξεπεσμένο άντρα της.

Τα παιδιά, τα αθώα μικρά παιδιά, δεν αντιλαμβάνονται το κρίμα των γονιών τους.Όπως και οι γονείς, πολλές φορές, δεν καταλαβαίνουν πως κριματίζονται και πως θα λογοδοτήσουν για το ανάθρεμμα των παιδιών τους…

Κάθισε να πιει τον καφέ του. Οργισμένος, γιατί τον ξύπνησαν οι καμπάνες.

Μόνο όταν το βλέμμα του έπεσε πάνω στα παιδιά που τον κοιτούσαν τρομαγμένα, ηρέμησε. Μέρωσε ξαφνικά το θεριό μέσα του, αφού το έπνιξε το βλέμμα των μικρών παιδιών του, που τόσο λάτρευε.

— Άντε, τους είπε. Φάτε γρήγορα και πάμε βόλτα κάπου να ξεσκάσουμε!

Πήγε κι αυτός να ετοιμαστεί. Να πάει βόλτα με τα παιδιά του. Ξαφνικά, θυμήθηκε τη σκηνή που τον είχε ξυπνήσει τα ξημερώματα.

Την προσευχόμενη μάνα του.

«Θα πάρω το απόγευμα να μάθω», σκέφτηκε και συνέχισε να ετοιμάζεται για την οικογενειακή βόλτα.

Πώς διέλαθε της προσοχής όλων ο μικρός μπόμπιρας και βγήκε στο μπαλκόνι, κανείς δεν κατάλαβε.

Με τα παιδιά, το μάτι των γονιών πρέπει να είναι συνεχώς επάνω τους. Δεν αργεί να γίνει το κακό! Άρχισε να σκαρφαλώνει στα κάγκελα του μπαλκονιού. Έφτασε στο τελευταίο… Και λίγο ακόμη, και το χάος του ύψους θα γινόταν αιτία μιας τραγωδίας!

Εκείνη τη στιγμή, μπαίνει ο πατέρας στην κουζίνα και βλέπει τον μικρό να αιωρείται ανάμεσα στο μπαλκόνι και το κενό.

— Παναγία μου! φώναξε…

Στα επόμενα δέκατα του δευτερολέπτου, όταν σε τέτοιες στιγμές ο χρόνος παγώνει τις εικόνες, αισθάνεσαι πως περνούν από τη σκέψη σου πρόσωπα και καταστάσεις του παρελθόντος που ήρθαν και πέρασαν από τη ζωή σου.

Δύο μάνες πέρασαν από τη σκέψη του.

Η Παναγιά και η δική του μάνα!

Ο μικρός, αντί να πέσει στο κενό, έπεσε προς τα μέσα, στο μπαλκόνι.

Έκλαιγε γιατί τρόμαξε. Τίποτα άλλο…

Ο πατέρας;

Αυτός έκλαιγε και για άλλα πολλά. Έκλαιγε για τη σωτηρία του παιδιού του. Για την ευεργεσία της Παναγίας που χρόνια βλαστημούσε. Για την αχαριστία του απέναντί Της. Και για την αχαριστία του απέναντι στη μάνα του, που προσευχόταν για εκείνον!

Μια στιγμή αρκεί για να αλλάξει η ζωή του ανθρώπου.

Μια στιγμή ήταν αρκετή για να μπορούσε ο μικρός να έχει πέσει στο κενό.

Μια στιγμή αρκεί!

Όμως, ευτυχώς, δεν έγινε το δεύτερο. Έγινε το πρώτο. Και αυτή η στιγμή στάθηκε ικανή να αλλάξει ολόκληρη τη ζωή του.

Ανήμερα της Παναγίας, πήρε για πρώτη φορά την οικογένειά του και πήγαν στην Εκκλησία.Να ευχαριστήσει την Παναγία που έσωσε το παιδί του.

Και μετά η βόλτα…

Στο γηροκομείο.

Να πάρει πίσω στο σπίτι τη μάνα του.

Να προφτάσει να κερδίσει τον χρόνο που έχασε κοντά της. Να προφτάσει, πριν η ζωντανή παρουσία της γίνει μια γλυκιά ανάμνηση κλεισμένη σε μια φωτογραφία.

Γιατί, τελικά, μπορεί να αρκεί μια στιγμή.

Μια στιγμή για να χαθεί ένας άνθρωπος.

Μια στιγμή για να σωθεί ένας άνθρωπος.

Μια στιγμή για να αλλάξει μια ζωή.

Μια στιγμή αρκεί!


π. Θωμάς Ανδρέου